Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Σέβη Κωνσταντινίδου

Προσευχή

Εικόνα
  Κύριε,  φύλαξέ με από το Εγώ που γιγαντώνεται,  που γίνεται μπαλόνι  κι ανεβαίνει  κι ύστερα ξεφούσκωτο  ακουμπά μονάχο του  στο χώμα με τα αγκάθια... Σεβαστή Κωνσταντινίδου Πίνακας: Alena Hennesy

Ανοικτή αγκαλιά

Εικόνα
  Με τα μαλλιά λυτά και το μαντήλι στους ώμους περιμένεις στο σκαλοπάτι της αυλής το μακρύ φόρεμα σκεπάζει τα λυγερά σου πόδια ενώ μια πασχαλίτσα σουλατσάρει στο μπράτσο το γυμνό Κάτω από τον ίσκιο της ελιάς μαζεύεις αγκαλιά τον ήλιο απλώνεις τις παλάμες και το φως κυλάει πάνω μου Πού είναι η μαμά; ρωτάω Πετάχτηκε κάπου, απαντάς και το κρινένιο χέρι σου δείχνει εκείνη την πασχαλίτσα που τώρα περπατάει στα ακροδάκτυλά σου Κάθομαι δίπλα σου σκαρφαλώνω στην ανοικτή αγκαλιά κλίνω το κεφάλι μου στον ώμο σου κι ενώ εσύ με σκεπάζεις με το μαφόριο εγώ σου ψιθυρίζω Μυρίζεις γιασεμί, Παναγιά μου Κωνσταντινίδου Σεβαστή, Ανθολόγιο, Συλλογικό, εκδόσεις αλάτι. Πίνακας: Alena Hennesy

Δεν είναι ηθοποιός

Εικόνα
Δεν είναι ηθοποιός. Δεν είναι φωτομοντέλο. Δεν είναι ούτε φωτογράφος. Τα τριάντα κεράκια ο Ηλίας δεν τα έχει σβήσει ακόμα, ξέρει ωστόσο πολύ καλά τι θέλει: να κρατάει τη Olymbus του στο χέρι και κλικ, κλικ να ακινητοποιεί την εικόνα. Ύστερα να σκαρφίζεται ιστορίες και να τις εναποθέτει στο χαρτί ή να τις υπαγορεύει στο κινητό του. Είναι το τρίτο παιδί στην οικογένειά του, αγόρι μετά από δυο κορίτσια. Είναι φοβερά ακατάστατος και ασυμμάζευτος. Στο σπίτι του γίνεται χαμός. Όμως σιδερώνει ο ίδιος πάντα τα ρούχα του από το Γυμνάσιο ακόμη. Μόνος. Ζει στην Αθήνα στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας, μακριά από τους δικούς του. Του λείπει η επαρχιακή του πόλη, η οικογένειά του και οι φίλοι του. Κυρίως όμως του λείπει η φύση, το σπίτι των παππούδων του, οι βόλτες στην εξοχή. Αυτή η μεγάλη πόλη τον κουράζει. Μεγάλες αποστάσεις και ταλαιπωρία με τη συγκοινωνία. Νοιώθει λίγο μόνος. Ευτυχώς μέχρι το μεσημέρι είναι στη δουλειά και περνάει ευχάριστα η ώρα. Τα Σαββατοκύριακα του αρέσει να τρ...

Ίχνη

Εικόνα
Στο μονοπάτι νωπά τα ίχνη από τα βήματά μας κύκλος στον κύκλο πάνω στο χώμα κάτω από το πεύκο θυμάσαι; τότε χορεύαμε γελώντας το βαλς της ζωής Σέβη Κωνσταντινίδου  Φωτογραφία: pixabay/prettysleepy1

Όνειρο

Εικόνα
Είδα ένα όνειρο, πως ήταν  πρωί, λέει, κι  από  τις γρίλιες ανάμεσα γλιστρούσαν  οι πρώτες ηλιαχτίδες επάνω στην κουρτίνα κάτι τιτιβίσματα, λέει, έξω απ’ την αυλή εισέβαλαν στο σπίτι κι  ο σκύλος, λέει, στης πόρτας  το χαλί  ξάπλωνε ακόμη Και συ λέει, έπαιρνες στο χέρι τα κλειδιά και λίγο, μια στιγμή θαρρείς, λίγο πριν το πρόσωπό σου αγγίξει τον καθαρό αέρα εσύ έμπαινες, λέει,  ήλιος πρωινός  στην κάμαρα του ύπνου κι  άφηνες, λέει, εκεί στην άκρη των ματιών μου ένα δροσερό φιλί, λέει. Σέβη Κωνσταντινίδου Πρώτη Δημοσίευση Πίνακας: Alena Hennessy

Επισκέψεις από μακριά

Εικόνα
Μπαλκόνια πλυμένα, καθαρά κι η αυλή απ' άκρη σ' άκρη σκουπισμένη φρεσκοσιδερωμένα τ' άσπρα πετσετάκια και στο τραπέζι της κουζίνας το καλοκαιρινό καλό τραπεζομάντηλο. Το καντηλάκι καίει μπροστά τους τόσες φωτογραφίες γεμίσαν τη γωνία ξεσκονισμένες και απαστράπτουσες, όλη την ημέρα επισκέψεις για δεύτερη φορά μέσα στον χρόνο ή και τρίτη γέλια πολλά και άσωτες χαρές πώς τα περνάμε, πώς μεγαλώσαμε και τα παιδιά και τα φυτά και κείνο το πεύκο στην αυλή τεράστιο έχει γίνει... Τα ζουμπούλια και την τριανταφυλλιά, ναι, μην ανησυχείς, τις προσέχω ιδιαιτέρως και κείνη τη μικρή σκουλαρικιά, όχι, όχι σταμάτησα να σπάω τα μπουμπούκια... τώρα περιμένω με υπομονή να ανθίσει, γιατί το ξέρω κανείς πια δε θα με μαλώσει μόλις τα πλησιάσω... Ναι, ναι, όλα καλά. Κι ανταλλάσουμε τα τελευταία φιλιά κάτω απ' το φως της ξώπορτας εκεί, πριν πάρουνε την ανηφόρα κι απομείνουν οι φωτογραφίες άλαλες τώρα δίπλα στο καντηλάκι... Σέβη Κωνσταντινίδου Φωτογραφία ...

Δηλώσεις

Εικόνα
Θα μείνω πάντα πέτρα κυλούμενη στο χώμα ουδέποτε θα γίνω βραχάκι εγκλωβισμένο στα βρύα και στην άμμο, είπε Σέβη Κωνσταντινίδου Φωτογραφία BozenaS/pixabay

Επισκέπτες

Εικόνα
Περιμένει πάντα στο κεφαλόσκαλο με υπομονή μόλις ανοίξω την πόρτα με προσπερνάει ανάγωγα και με παραμερίζει κοιτάει αριστερά, κοιτάει δεξιά όμοια με φουστανούσα γιαγιά μαυρομαντηλοδεμένη επιφυλακτική απέναντι στους ξένους ή  σαν πεθερά καλή τη προαιρέσει  μόνο φανερά να ρίχνει τη ματιά ακόντιο και βέλος στους καναπέδες, κάτω από τις πολυθρόνες πίσω από τους πίνακες και μόλις λίγο ξεχαστώ και κουνήσω  το κεφάλι με απελπισία δίνει μια και κατρακυλάει στις σκάλες του υπογείου, εκεί σαρώνει αράχνες και  κλεισμένα μπαούλα ύστερα ανηφορίζει στα δωμάτια φουσκώνει τις κουρτίνες, χώνεται στα λευκά σεντόνια σκαρφαλώνει στη σοφίτα ανοίγει τα κλειστά παντζούρια και σκορπίζει από τα παράθυρα κομμένα χαρτάκια τις σκόνες και τις σκιές και σαν γεμίσει ο ουρανός άσπρα βλέφαρα αυτή δίνει  μια και σκαλώνει  στα κεραμίδια και σαν γάτα ετοιμοπόλεμη με την πρώτη ηλιαχτίδα ξεχύνεται στο φως Κι εγώ τότε ανοίγω  πόρτες και παράθυρα τρίβω τοίχου...

Από την αρχή ξανά

Εικόνα
Κι ήρθαν εκείνες οι μέρες με τον ήλιο κρυμμένο στα μαλλιά με τα μάτια διάπλατα μες στα ερωτηματικά -ποιος είσαι; τι κάνεις εδώ; τι θέλεις από μένα;- με ένα μειδίαμα στο πρόσωπο λειψό να απλώνουν μια σιωπή πηχτή κι αδιαπέραστη γαλακτερή σαν την ομίχλη ανάμεσα στα χέρια στα χέρια που τώρα πια δεν ξέρουν   που να σταθούν, τι να κρατήσουν πώς να κλείσουν τη γεμάτη εκείνη βαλίτσα πώς να αφήσουν κάτω στο χρωματιστό χαλί ένα αντίο, ένα γεια, ένα χάρηκα πολύ που ακόμη περισσότερο λησμονούν πώς να ψηλαφίσουν το άλφα πάλι και το βήτα το γάμα και το δέλτα  και σαν φτάσουν ίσαμε τ΄ωμέγα - αν επανέλθουν θύμησες παλιές- ίσως καταφέρουν να απαντήσουν ξανά σε κείνα τα βασανιστικά ερωτηματικά Σ. Κωνσταντινίδου φωτογραφία StockSnap/pixabay

Πρόβλημα

Εικόνα
Αυτό το φθινόπωρο μου κοκκίνισε τα μάτια και τώρα τα βλέπω όλα κόκκινα Σέβη Κωνσταντινίδου Πρώτη δημοσίευση Φωτογραφία HuangSoon/pixabay

Δικαιολογίες

Εικόνα
Έρχεται συχνά μερικές φορές και κάθε βράδυ θα ακουμπήσει το χέρι στο μέτωπο θα χαϊδέψει το κεφάλι και καθώς τα σγουρά της τα μαλλιά θα πέφτουν στο πρόσωπό μου εγώ θα παίξω με κείνη την ατίθαση μπούκλα που πάντα ξέφευγε θα μυρίσω την ανάσα της και θα κλείσω τα μάτια όπως τότε που τίναζα τα πόδια και τα χέρια στο μικρό κρεβάτι. Θέλω να ξέρω, της λέω, τί δικαιολογίες βρίσκεις και το σκας από κει πάνω κάθε τρεις και λίγο Α, απλά πράγματα, μου λέει - πάω μια βόλτα, πάω να ρίξω μια ματιά, δεν αργώ, έρχομαι αμέσως, θέλετε να φέρω τίποτα; ναι, εδώ κοντά θα είμαι. Ύστερα με σκεπάζει μου ρίχνει το τελευταίο φιλί και αφού βεβαιωθεί πως η μπαλκονοπόρτα είναι κλειστή παίρνει την ανηφόρα. Μάνες, δεν γλιτώνεις ποτέ από δαύτες. Σέβη Κωνσταντινίδου Πρώτη Δημοσίευση Φωτογραφία pixabay/kellepics 

Επιμονή

Εικόνα
Ωσάν σαλιγκάρι που χαράσσει δρόμο σε τοίχο ανήλιο απερίσπαστο από τους ήχους της αυλής γίνομαι ιχνηλάτης εγώ μιας μνήμης ακατέργαστης ανάμεσα στο ναι και το όχι σου Σέβη Κωνσταντινίδου Πρώτη Δημοσίευση Φωτογραφία LwcyDesign/Pixabay

Εγκλεισμός

Εικόνα
Εκείνες οι μεγάλες  χρυσόμυγες - που κυνηγούσαμε στον  θάμνο της αυλής θυμάσαι; μια δυο σαν πιάναμε κοιτούσαμε το χρύσισμα στα πράσινα φτερά τους και αφού τις  ζυγίζαμε στην ανοικτή παλάμη τις αφήναμε ξανά στον ήλιο φυλακτό Μόνο οι μεγαλύτεροι τις έδιναν ζάχαρη και στέγη μέσα σε κείνα τα σπιρτόκουτα το ένα πάνω στ ΄ άλλο σαν συρταριέρες  μιας άλλης εποχής - αυτές πρασίνισαν σήμερα το χάραμα της μέρας καθώς σεργιανούσαν  στις άκρες των δακτύλων κι έκαναν  τραμπάλα στ΄ αχτένιστα μαλλιά μου Πρώτη Δημοσίευση Σέβη Κωνσταντινίδου Φωτογραφία pixabay/jplenio

Αντιπερισπασμός

Εικόνα
Ήθελα να σου μιλήσω  για το χρώμα του αέρα  που με ξυπνάει χαράματα τα πρωινά για τον κάματο της σκέψης  που ξεγλιστράει μέσα απ΄ το κλειδωμένο συρτάρι για την καταπίεση της πράξης  που με στοιχειώνει με τα πρέπει της καθώς κρέμεται απ΄ το ταβάνι για κείνη την άτακτη φλεβίτσα που παίζει κάθε τόσο ταμπούρλο στον λαιμό μου ήθελα… τελικά το μόνο που σου είπα ήταν  δες κι άπλωσα το χέρι   στη μικρή πασχαλίτσα  που σκαρφάλωνε τον άσπρο τοίχο  του σπιτιού Σέβη Κωνσταντινίδου  Πρώτη Δημοσίευση Φωτογραφία pixabay

Άρον, άρον

Εικόνα
Κι αρχίζουν τα λόγια να στερεύουν, αρνιούνται να βγούν στο φως που καίει κι η καρδιά βαραίνει, αρνείται να ακούσει αρνείται να δει. Σιγή. Τόση αλληλεγγύη σε ποιο αστείο να χωρέσει ποιος στίχος θα δεχτεί λειψές λέξεις να παίξει. Οι θέσεις γεμίσαν, το θέατρο κατάμεστο περιμένει το έργο ν΄ αρχίσει. Κι οι ενδιαφερόμενοι είναι όλοι εκεί. Ντυμένοι στα καλά τους περιφέρονται με σάλια που τρέχουν και με μάτια υγρά από λαχτάρα να διαμοιράσουν τα ιμάτια αυτών. Μα τί περιμένουμε, αδημονούν και λυπούνται είναι δυνατόν να μην είμαστε όλοι μαζί; Υπάρχει ψωμί για όλους, πολύ Ο χρόνος τρέχει, να φύγει να χαθεί. Στο βάθος θολό το Κολοσσαίο προβάλλει- λυπάμαι, σε ξεπεράσαν άλλοι ναοί. Λοιπόν, η ώρα περνά κι εμείς είμαστε όλοι εδώ Ας τελειώνουμε νωρίς, Άρον άρον σταύρωσον Αυτήν. Σέβη Κωνσταντινίδου Φωτογραφία Pexels/ pixabay

Ταξίδι

Εικόνα
Πεδίο αναχώρησης  το βλέμμα σου άλλοτε για  κόλαση κι άλλοτε για παράδεισο Πρώτη Δημοσίευση Σέβη Κωνσταντινίδου Φωτογραφία pixabay

Ξενύχτι

Εικόνα
Απόψε κρεμάστηκα από τα λόγια σου από ένα ίσως και ένα θα κι έμεινα όλο το βράδυ μετέωρη Σέβη Κωνσταντινίδου Πρώτη Δημοσίευση Φωτογραφία Ventus/ pixabay

Ύπνος ανεφέλωτος

Εικόνα
Είδαν τα μάτια να χαμηλώνουν στις ρίζες της ιτιάς τα χείλη να γίνονται μια ίσια γραμμή στο λευκό πρόσωπο τα χέρια να κατεβαίνουν  σε τροχιά παράλληλη του σώματος το σώμα διάφανο, άνευρο χωρίς ήχους προειδοποίησης κι έτσι πήγαν να κοιμηθούν ύπνο ανεφέλωτο, ανεπαίσχυντο κι ειρηνικό χωρίς καταιγίδες κι επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα ανυποψίαστοι  δεν είδαν  εκείνο το ελαφρύ αεράκι να τρεμοπαίζει στις λίμνες των ματιών να χαράζει την ακύμαντη επιφάνεια να δυναμώνει να διαπερνά τα μακριά ματόκλαδα  και να ξεχύνεται άνεμος τιμωρός  στο πέρασμα της νύχτας Δεν το είδαν κι έτσι το πρωινό τους βρήκε αναμαλλιασμένους  να μαζεύουν τα νερά της πλημμυρίδας Πρώτη Δημοσίευση Σέβη Κωνσταντινίδου Φωτογραφία Chraecker/ pixabay

Των ημερών ετούτων

Εικόνα
Θλίβομαι. Θλίβομαι όταν με υποτιμούν, όταν με αγνοούν , όταν με κάνουν αόρατη να νιώθω. Θλίβομαι. Θλίβομαι όταν δεν μ΄ αφήνουν τα λόγια μου κάτω να ακουμπήσω, τις σκέψεις μου να ξεσκονίσω και να ξεκρεμάσω μνήμες συφοριασμένες από ψηλά πατάρια. Θλίβομαι, όταν με υποτιμούν και νομίζουν πως με βομβαρδισμούς και επαναλήψεις με χέρια που κουνιούνται απειλητικά μέσα από συχνότητες κουρασμένες θα οδηγηθώ σε μια κατάφαση - βάλε άνω τελεία. Θλίβομαι, όταν ξανά με υποτιμούν και νομίζουν πως με απαξιώσεις και σχόλια ειρωνικά με πένες όχι Φλωρίνης αλλά οδύνης μέσα από ίνες διαδικτύων θα οδηγηθώ σε μια άρνηση. Ευθύνες μεγάλες οι γράφοντες αλλά και οι μη γράφοντες. Να γράφει κανείς ή να μην γράφει; Και κάτι ρήσεις παλιές, ξεχασμένες, κάτι για διαφωνίες, κάτι για ελευθερίες κάτι, λέει, για δικαιώματα των ανθρώπων και των λαών - όλες μανταλωμένες μέσα σε βαριά σεντούκια, πάνω σε σοφίτες αραχνιασμένες. Κι ένα γραμμόφωνο, σκουριασμένο κι αυτό, τ ακούω, κάτι πάει να πει;...

Ποτέ δεν είσαι ήσυχος

Εικόνα
- Διάολοι, ε, διάολοι, είπε κι άφησε  το δεύτερο κουταλάκι στον νεροχύτη πλαταγίζοντας τα χείλη. Με την ξύλινη κουτάλα ανακάτεψε ακόμη μια φορά το φαγητό και σιγούρεψε την ένταση της κουζίνας στο μισό. «Είναι σχεδόν έτοιμο», σκέφτηκε και μετά ξανάπιασε τους διαόλους από κει που τους είχε αφήσει. - Διάολοι, ε, διάολοι, ξανάκανε  κι άρχισε να πλησιάζει τις φωνές και τις εικόνες. Συνήθεια κακή, να της αφήνει την τηλεόραση ανοικτή κάθε φορά που έφευγε. Λες κι ήθελε να της υπενθυμίζει την παρουσία του ή την απουσία του όσο αυτός θα έπινε το πρωινό τσιπουράκι  στο καφενείο. Αυτή προτιμούσε το πορτοκαλί ραδιοφωνάκι της, από τότε που ήταν κοριτσάκι ακόμη, εδώ και 60 χρόνια. Κοίταξε τη σκόνη και τα χαλάσματα, κάτι σκιές να τρέχουν εδώ κι εκεί, βουή και θόρυβος πάνω από τα κεφάλια. Ο εκφωνητής με ήρεμη φωνή εξηγούσε, δεν άκουσε και πολλά. Κάτι για χημικά, κάτι για ειρήνη, κάτι για παιδιά… - Χημικά και σκατά, είπε και άπλωσε τις παλάμες ανοικτές τη μια πάνω στην άλλη. ...