Επιλογή








Νιώθεις σαν ένα ανυπεράσπιστο έμβρυο μες τη βροχή.
Χτυπάς τη γροθιά σου στον τοίχο.
Ματώνει.
Ουρλιάζεις.
Λες πως με μισείς γιατί τώρα έγινες άνθρωπος, αισθάνεσαι και πονάς.
Πήγες και κάθισες στο παγκάκι.
Και μονολογείς
«Δεν ξέρω πως φέρονται οι ερωτευμένοι.
Δεν άκουσα και δε βγήκε από τα χείλη μου ποτέ αυτό το ρήμα.
Δε μ’ αγκάλιασαν και δεν αγκάλιασα.
Δε με χάιδεψαν και δε χάιδεψα.
Ξέρω μονάχα να ξεριζώνω αναμνήσεις, να καταστρέφω το παρελθόν.
Συνέχεια φεύγω, δεν μπορώ να μείνω σ’ ένα μέρος, μετά από λίγο γίνεται ξένο.»
Σιωπή.
Συνεχίζω.
«Κι εγώ θέλω να  φύγω.
Όλα εδώ με πνίγουν.
Ένας κατήφορος κι εγώ περιμένω το τέλος.
Αυτό το ρήμα το μισώ.
Δε μ’ αρέσει ν’ αγγίζω τους ανθρώπους. Ίσως μόνο…
Δεν μπορώ να γελάσω
Δεν μπορώ να κλάψω.
Δε νιώθω τίποτα.
Περίεργο.
Κάτι έχει αλλάξει, κάτι χτυπάει μέσα μου.
Τι είναι;
Δεν μπορώ να πάρω ανάσα.
Τι συμβαίνει;»
Με κοίταξες και είδα στα μάτια σου, για πρώτη φορά, φόβο.
«Τι θα κάνουμε;»

Και ο χρόνος σταμάτησε εκεί, στην αφετηρία.
Τα φώτα έσβησαν στην πλατεία.
Το φεγγάρι έδωσε τη θέση του στον ήλιο.
Το παγκάκι ήταν άδειο το πρωί.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν.
Κανείς δεν ξέρει.
Άραγε έφυγαν μαζί ή μόνοι?


Μαρία Ορτουλίδου
Φωτογραφία KaldenD

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μια αδιόρατη γραμμή

Της αντοχής το υφαντό

Το έβγαλες;