Αναχωρήσεις

Βγήκε ο κήρυκας στην αγορά Έσυρε τα σανδάλια του στον κεντρικό πεζόδρομο. Είδε τα άδεια πρόσωπα και τα Ενοικιάζεται στα μέτωπα τις σφιγμένες γραμμές των χειλιών και τα στρογγυλά μάτια που φώναζαν Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Είδε έτοιμες βαλίτσες από καιρό Στο να χέρι αυτές Και στ΄ άλλο τα μικρά παιδιά. Σαν βέλη σε άσκηση τοξοβολίας άρχισαν να τον τρυπούν οι σκέψεις Ουκ επ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος Αλλά άνευ άρτου δεν μπορεί να ζήσει καν, σκέφτηκε. Προχώρησε κι άλλο ...