Ο γιατρός προσπαθεί να μας προετοιμάσει. Είναι ζήτημα ωρών, ακούω και δεν πιστεύω. Δεν θέλω και δεν μπορώ. Με κοιτάς με βλέμμα απλανές. Δε βλέπεις. Σου βάζω τα τραγούδια που σου αρέσουν, να σε βγάλω από το λήθαργο, να σε γυρίσω πίσω. Με κοιτάς, δείχνεις να ακούς. Με βγάζουν έξω, ο Γιώργος διαβάζει μια προσευχή, δακρύζει. Απορώ, γιατί; Ο Χρήστος προσπαθεί να σε αποχαιρετήσει, σου μιλάει. Φεύγω, θα σε δω αύριο που θα πέσει ο πυρετός. Χτυπάει το τηλέφωνο, 2.00 μμ. Έλα, το μηχάνημα έχει πρόβλημα, δεν μπορεί να αναπνεύσει. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Λες; Μήπως; Έρχομαι, ας πάρω τα καλά σου ρούχα, να σε ντύσω αν… ξέχασα τα παπούτσια, όχι… δεν νομίζω. Θα ζήσεις!!! Δεν μπορεί, δεν θα φύγεις, όχι σήμερα. Βλέμματα άδεια, πόνος βουβός… πού κρύφτηκαν όλοι; Ανοίγω την πόρτα. Ένα σεντόνι λευκό σε σκεπάζει. Δεν το σηκώνω. Το χέρι σου είναι έξω, το αγγίζω, είναι ακόμα ζεστό. Το πιάνω, το φιλάω, το φιλάω. Δεν θέλω να το αφήσω, μη τυχόν και μου φύγεις. Γιατί; Αυτό το χέρι με έπιανε, μ...