Αναχωρήσεις




Βγήκε ο κήρυκας στην αγορά
Έσυρε τα σανδάλια του στον κεντρικό πεζόδρομο.

Είδε τα άδεια πρόσωπα
και τα Ενοικιάζεται στα μέτωπα
τις σφιγμένες γραμμές των χειλιών
και τα στρογγυλά μάτια που φώναζαν
Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος.
Είδε έτοιμες βαλίτσες από καιρό
Στο να χέρι αυτές
Και στ΄ άλλο τα μικρά παιδιά.                  

Σαν βέλη σε άσκηση τοξοβολίας άρχισαν να τον τρυπούν οι σκέψεις
Ουκ  επ άρτω μόνω  ζήσεται  άνθρωπος           
Αλλά άνευ  άρτου δεν μπορεί να ζήσει καν, σκέφτηκε.

Προχώρησε κι άλλο                                                                                                               
Είδε τους ιθύνοντες να ανοιγοκλείνουν το στόμα
αλλά μιλιά να μην ακούγεται
μόνο ένας βόμβος να σου ενοχλεί  τα αυτιά
                               


Κοίταξε ξανά τους ανθρώπους με τις βαλίτσες,
Είδε τα μάτια τους,
Το ένα να λυπάται, το άλλο να προσδοκά
Ανάσταση νεκροζώντανων.
Σκέφτηκε να φωνάξει, να τσιρίξει, να πετάξει το σανδάλι στο στόμα
που δεν έπαυε να ανοιγοκλείνει.
Προτίμησε ωστόσο να σηκώσει  το χέρι σε ύστατο αποχαιρετισμό
στα μάτια που ολοένα απομακρύνονταν.

Ύστερα έβγαλε από την τσέπη του μια πέτρα
και  την ακούμπησε κάτω στην πλατεία.

Έκατσε   πάνω της και έκλαψε.


Σέβη Κωνσταντινίδου
Γ έπαινος στον Γ διαγωνισμό Ποίησης των bonsaistories

Φωτογραφία Pixabay

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μια αδιόρατη γραμμή

Της αντοχής το υφαντό

Το έβγαλες;