Αναρτήσεις

Ποτέ δεν είσαι ήσυχος

Εικόνα
-Διάολοι, ε, διάολοι, είπε κι άφησε  το δεύτερο κουταλάκι στον νεροχύτη πλαταγίζοντας τα χείλη.
Με την ξύλινη κουτάλα ανακάτεψε ακόμη μια φορά το φαγητό και σιγούρεψε την ένταση της κουζίνας στο μισό. «Είναι σχεδόν έτοιμο», σκέφτηκε και μετά ξανάπιασε τους διαόλους από κει που τους είχε αφήσει.
-Διάολοι, ε, διάολοι, ξανάκανε  κι άρχισε να πλησιάζει τις φωνές και τις εικόνες.
Συνήθεια κακή, να της αφήνει την τηλεόραση ανοικτή κάθε φορά που έφευγε. Λες κι ήθελε να της υπενθυμίζει την παρουσία του ή την απουσία του όσο αυτός θα έπινε το πρωινό τσιπουράκι  στο καφενείο. Αυτή προτιμούσε το πορτοκαλί ραδιοφωνάκι της, από τότε που ήταν κοριτσάκι ακόμη, εδώ και 60 χρόνια.
Κοίταξε τη σκόνη και τα χαλάσματα, κάτι σκιές να τρέχουν εδώ κι εκεί, βουή και θόρυβος πάνω από τα κεφάλια. Ο εκφωνητής με ήρεμη φωνή εξηγούσε, δεν άκουσε και πολλά. Κάτι για χημικά, κάτι για ειρήνη, κάτι για παιδιά…
-Χημικά και σκατά, είπε και άπλωσε τις παλάμες ανοικτές τη μια πάνω στην άλλη.
Δεν θυμόταν αυτή τι της έλεγε…

Της αντοχής το υφαντό

Εικόνα
Αν ήταν η δικαιοσύνη σου
αγάπη,
ή ένα χαμόγελο αφημένο στην πόρτα μου
το πρωί,
αν
το αδέκαστό σου
τρυφερότητα ήταν
αν, λέω
σε κρατούσε ξάγρυπνη
η προσμονή
κάποιου τριξίματός μου
στα σκαλιά σου,

θα φρόντιζες
να αργήσει να τελειώσει
της αντοχής το υφαντό.
Θα σκάλιζες
στην αγκαλιά σου
μια στοργή.
Θα κένταγες
δυο ηλιαχτίδες
αντικρύ
στην πρόγνωση του αυριανού καιρού,
που θα ΄ναι
βροχερός
μακριά σου.


Τάσος Σ. Μάντζιος
Τα οξέα του ποιήματος, εκδόσεις Ευ

Φωτογραφία
Καλλιόπη Ποζουκίδου

Επιθυμίες

Εικόνα
Το μολύβι
που σημειώνεις τα ραντεβού στην αντζέντα
το φυλλαράκι
που απομακρύνεις από το παρμπρίζ το πρωινό
το κουμπί
του πουκαμίσου στη λακκουβίτσα του λαιμού
το κλειδί
στην εσωτερική, αριστερή τσέπη του μπουφάν σου.

Όταν μικρύνω
αυτά θέλω να γίνω.

Προς το παρόν παραμένω
η μαργαρίτα που κοιτάς στο τραπεζάκι της αυλής.


Σέβη Κωνσταντινίδου
φωτό Σέβη Κωνσταντινίδου

Προσδοκίες

Εικόνα
Κάθε βράδυ κοιτούσαμε το φεγγάρι
μέσα από τα φύλλα του δέντρου της αυλής
τα λόγια όστρακα σκόρπια στην άκρη στο τραπέζι
ισορροπούσαν αλύγιστα σε σιωπή επικίνδυνη
Κάθε βράδυ περίμενα μάταια χρόνια και χρόνια
να κατεβάσεις το φεγγάρι
να το περάσεις κολιέ στο λαιμό
βραχιόλι στο μπράτσο
ή έστω δαχτυλίδι στον παράμεσο του χεριού μου
Ο λαιμός
Το μπράτσο
Ο παράμεσος
όλα ήταν εκεί όταν το ξεκρέμασες μια δροσερή βραδιά
εγώ έλειπα
είχα στην ποδιά μου τα λόγια που δεν είπαμε
και τα έριχνα χαλίκια στον δρόμο που άφηνα πίσω μου
όχι για να τον σημαδέψω
αλλά για να ελευθερώσω τα χέρια μου


Σέβη Κωνσταντινίδου
Φωτό aalmeidah/pixabay

Το έβγαλες;

Εικόνα
- Το έβγαλες; -  Ποιο; -  Για να ρωτάς, δεν το έβγαλες, μου είπε στο τηλέφωνο. Η γιαγιά, μια Μεγάλη Πέμπτη πριν χρόνια πολλά.  -  Θα το βγάλω, τώρα. -  Τώραείναι αργά. Σιγά μην σε περιμένουν μέχρι τις 12. -  Με περιμένουν, σιγά μην φύγουν. Κλείσε. Και το έβγαλα. Και το βγάζω κάθε Μεγάλη Πέμπτη. Το κόκκινο πανί. Και το αφήνω όλη την ημέρα. Μέχρι τις δώδεκα το βράδυ. Και μπορεί και να είμαι η μόνη, μα καθόλου δεν με πειράζει. Όπως δεν με πειράζει που θυμιάζω κάθε παραμονή Χριστουγέννων και παραμονή Πρωτοχρονιάς. Δηλαδή όχι εγώ, βάζω τον άντρα μου να θυμιάσει γιατί έτσι θέλει το έθιμο, το αντέτι. Α, όλα κι όλα εμείς σεβόμαστε τους άντρες μας και δεν τους παραγκωνίζουμε. Εμείς εκεί, στα ορεινά. Τη Μεγάλη Πέμπτη όμως το κόκκινο πανί το βγάζουμε εμείς, οι γυναίκες. Όπως και να το κάνεις είμαστε πιο εξοικειωμένες με τους εκεί, δες και τον Χριστό. Τι νομίζεις, τυχαία παρουσιάστηκε πρώτα σε γυναίκες; Όχι, βέβαια. Λοιπόν, πρωί πρωί χαραΐ- χαράματα δηλαδή- Μεγάλη Πέμπτη. Στο μπαλκόνι. Πρέπει να το έχω…

Σκιές

Εικόνα
Με γκρέμισες, με ρήμαξες κι άφησες τασωθικά μου να κοιτούν τον ουρανό. Η εφορία, είπες, αυτή φταίει. Κι ο ήλιος τώρα μαυρίζει τα δοκάρια και τις πέτρες. Κι η βροχή ξεκλειδώνει τις μνήμες και το χιόνι παγώνει τα μυστικά που ξεχειλίζουν πια από τα συρτάρια. Δεν μ΄ ενοχλεί ο ήλιος, η βροχή μήτε το χιόνι αυτά όμως τα μαύρα κοράκια δεν τα μπορώ. Έρχονται κάθε βράδυ, μόλις πέσει το σούρουπο  και γεμίζουν τις τσέπεςκαι τα μανίκια τους με πυρότουβλα.  Είναι καλά για το τζάκι, ψιθυρίζουν.  Μα ρωτήσατε τον ιδιοκτήτη; λέει ο γείτονας με την ίσια γραμμή στα χείλη.  Βεβαίως, βεβαίως λεν τα κοράκια μειδιώντας.  Και πηδούν τον φράχτη όπως έχουν έρθει  και φεύγουν μέσα στη νύχτα χωρίς κανείς άλλος να τους δει. Έτσι νομίζουν.  Γιατί δεν βλέπουν τις σκιές στην άκρη του δρόμου,  αυτές με το άσπρο πρόσωπο και το άδειο βλέμμα.  Το βλέμμα που τρέχει πίσω τους  και σαν μαχαιριά καρφώνεται στην πλάτη.
Κωνσταντινίδου Σεβαστή φωτογραφία Ποζουκίδου Καλλιόπη

Ήρωες

Εικόνα
Κάθε βράδυ ζητούσε κάποιον να την προστατέψει.
Μια μέρα ήρθε
και έγινε λύκος
έγινε δράκος
«Κανείς δεν θα σε πειράξει
δε θα σ’ αγγίξει
όσο είμαι εγώ  εδώ.
Στο ορκίζομαι, μικρή μου».
Και εκείνη εύθραυστη καθώς ήταν
κούρνιασε στην αγκαλιά του
και άφησε τα μεγάλα χέρια να τη σκεπάσουν.
Σαν πέρασε ο καιρός
ήξερε πως έπρεπε να φύγει.
Εκείνη είχε δυναμώσει
μπορούσε να τα βάλει και με ολόκληρα θεριά
δεν τον χρειαζόταν πια.
Όμως δεν μπορούσαν ν’ αποχωριστούν
ο ένας τον άλλο.
Κι έτσι έμειναν μαζί
όχι από ανάγκη
αλλά επειδή αγαπιόντουσαν βαθιά. 

Μαρία Ορτουλίδου Φωτογραφία Sleeping with Dragons - Sigmadog